Friday, October 17, 2014

Περνώντας μια μέρα με τους Πυγμαίους στο Μπουρούντι


Μας υποδέχτηκαν χορεύοντας. Μία από τις ηλικιωμένες γυναίκες άρχισε να χορεύει ενώ όλο και περισσότερα παιδάκια μαζεύτηκαν και έδιναν το ρυθμό χτυπώντας παλαμάκια και τραγουδώντας χαρούμενα. ‘Ηταν η πρώτη φορά που δεχτήκαμε τόσο θερμό καλωσόρισμα αν και σύμφωνα με το φίλο μας τον Ολιβιέ έτσι υποδέχονται όλους τους επισκέπτες στο χωριό. Σύντομα, ολόκληρο το χωριό είχε μαζευτεί για τον ερχομό μας!


Οι Μπάτουα (ή αλλιώς Πυγμαίοι όπως όλοι τους γνωρίζουμε) είναι παραδοσιακά κυνηγοί και νομαδικοί τροφοσυλλέκτες. Οι άντρες κυνηγούσαν ομαδικά χρησιμοποιώντας είτε παγίδες είτε βέλη με δηλητήριο, ενώ οι γυναίκες συμπλήρωναν το γεύμα με διάφορα είδη φυτών και λαχανικών. Έτσι λοιπόν, η ζωή τους εξαρτιόταν αποκλειστικά από το δάσος και καθώς ήταν νομάδες, δεν τους ενδιέφερε να κατέχουν μεγάλη υλική περιουσία.


Δύο χιλιάδες χρόνια πριν, το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής και νότιας Αφρικής κατοικούνταν σχεδόν αποκλειστικά από τη φυλή Τούα καθώς και από άλλες φυλές κυνηγών-τροφοσυλλεκτών. Όμως με την άφιξη των Μπάντου από τη Δυτική Αφρική οι οποίοι ήταν κτηνοτρόφοι και αγρότες, η κατάσταση άλλαξε.

Για να μπορέσουν να συντηρήσουν ζώα και χωράφια, οι Μπάντου άρχισαν να αποψιλώνουν τα δάση και έτσι οι Μπάτουα και ο τρόπος ζωής τους περιθωριοποιήθηκαν και εκδιώχθηκαν σκληρά. Ακόμα και σήμερα δυσκολεύονται να βρουν μια θέση στην κοινωνία καθώς έχουν εγκαταλείψει τις παραδοσιακές πρακτικές τους.


Οι Μπάτουα είναι τόσο καλοί σιδηρουργοί που τους επισκέπτονται ακόμα και από άλλα χωριά για να αγοράσουν νέα εργαλεία ή να επισκευάσουν τα παλιά τους.


Έμοιαζε ιδιαίτερα λεπτομερής και σκληρή δουλειά από το λίγο που παρατηρήσαμε το πώς δουλεύουν το σίδερο. Στη μέση της καλύβας όπου είχαν στήσει το εργαστήριό τους, σιδερόβεργες ζεσταίνονταν στη φωτιά , την οποία κρατούσαν σε σταθερή θερμοκρασία φυσώντας από μια κατασκευή φτιαγμένη από δέρμα ζώου. Στη συνέχεια σφυρηλατούσαν το καυτό σίδερο πάνω σε μια πέτρα μέχρι να του δώσουν το επιθυμητό σχήμα και αιχμηρότητα.


Όσο ήμασταν εκεί, τους παρακολουθήσαμε να διακοσμούν ξύλινα ραβδιά φτιαγμένα από ξύλο ευκαλύπτου. Εύκολα χάρασσαν το μαλακό ξύλο με το καυτό σίδερο δημιουργώντας έτσι όμορφα μαύρα σχέδια. 


Οι γυναίκες από την άλλη, κατέχουν την τέχνη της αγγειοπλαστικής. Στο τέλος του μήνα μαζεύουν όλες τις κατασκευές τους και τις πουλάνε στις τοπικές αγορές. Για να τους στηρίξουμε φυσικά αγοράσαμε μερικά όμορφα ενθύμια.


Η επικοινωνία μαζί τους ήταν δύσκολη καθώς μιλούν τη δική τους αρχαία γλώσσα , αλλά ήμασταν τυχεροί που ένα παιδί ήξερε κάποια Γαλλικά και έτσι μπορέσαμε να μάθουμε λίγα περισσότερα πράγματα για τη ζωή τους από τον Μαγκόμπε, έναν από τους γηραιότερους του χωριού.


Αφού συμφώνησε να μιλήσει στην κάμερα για το ντοκυμαντέρ του ΑfriQuest μας, και καθώς διηγούνταν με τη βραχνή φωνή του, νιώθαμε χρόνια σοφίας να κρύβονται μέσα σε αυτή κι ας μην καταλαβαίναμε τι έλεγε. Καθώς όλο το χωριό, σιωπηλό, παρακολουθούσε τη συνέντευξη ελπίζοντας να ακουστούν τα λόγια τους σε περισσότερους λευκούς, συνειδητοποιήσαμε για ακόμα μία φορά τη σημαντικότητα που έχει αυτό που κάνουμε για ανθρώπους σαν κι αυτούς που εύχονται ένα καλύτερο μέλλον για εκείνους και τα παιδιά τους. Οι προσδοκίες τους, μας γέμισαν κατά κάποιο τρόπο θλίψη αλλά και μας δώσαν ώθηση να συνεχίσουμε αυτό που πιστεύουμε.


Βέβαια, για όλο αυτό χρωστάμε τα πάντα στο Ολιβιέρ ο οποίος μας έφερε σε επαφή με αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους. Καθώς επιστρέφαμε προς το αυτοκίνητο, τα παιδιά το είχαν στολίσει με όμορφα λουλούδια για να μας ευχαριστήσουν. 


 Τότε ένα παιδάκι μας ρώτησε «Πότε θα ξανάρθετε?» …Μακάρι να μπορούσαμε να τους απαντήσουμε..



Για περισσότερες φωτογραφίες από το Μπουρούντι πατήστε εδώ

Wednesday, October 15, 2014

Μπουρούντι : Νέα είσοδος στη λίστα του AfriQuest μας!


Έχουν περάσει λιγότερο από 20 χρόνια από τότε που η φρίκη του επονομαζόμενου «εμφυλίου πολέμου» σκόρπισε το θάνατο σε πάνω από 200.000 κατοίκους του Μπουρούντι. Παρόλο που σήμερα το Μπουρούντι ακόμα παλεύει να ξεχάσει το παρελθόν του, η ομορφιά σε αυτή την χώρα δεν συγκρίνεται σε τίποτα με κάποια από τις 5 προηγούμενες χώρες που επισκεφτήκαμε.


Η τετραήμερη επίσκεψή μας στο Μπουρούντι δεν ήταν στα πλάνα μας. Το αρχικό μας σχέδιο ήταν να διασχίσουμε την Τανζανία κατευθυνόμενοι προς τον εξίσου μικροσκοπικό της γείτονα, την Ρουάντα. Ωστόσο, ο Κώστας Κουκούλης από τον SANA (που μας φιλοξένησε στην Τανζανία) επέμενε να επισκεφτούμε την ιδιαίτερη πατρίδα του, την «Ελβετία της Αφρικής» όπως είναι γνωστή. Και είχε απόλυτο δίκιο.


Μέσα από το λεωφορείο στο δρόμο για την πρωτεύουσα, την Μπουτζουμπούρα, βλέπαμε να ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια μας σκηνές από την καθημερινή ζωή της υπαίθρου. Ο οδηγός μας προσπαθούσε να προσπεράσει ποδήλατα υπερφορτωμένα με μπανάνες ή σακιά γεμάτα κάρβουνο, με τον αναβάτη να ισορροπεί το φορτίο με το ένα πόδι κάτω, σε περίιπτωση που κάτι πάει στραβά στα απότομα και στενά κατηφορικά δρομάκια!


Το τοπίο στο Μπουρούντι αποτελείται κυρίως από λόφους που απλώνονται μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Οι ντόπιοι έχουν μετατρέψει αυτές τις πλαγιές σε αμέτρητους καταπράσινους αγρούς. Ανάμεσά τους μικρά αρδευτικά κανάλια διανέμουν το νερό. Καθώς διασχίζεις τους αγρούς βλέπεις τις γυναίκες να εργάζονται στα χωράφια, τα γεμάτα με οπωροκηπευτικά, ή να περπατούν στην άκρη του δρόμου κρατώντας τα εργαλεία τους ενώ την ίδια στιγμή ισορροπούν με χάρη τεράστια σακιά πάνω στο κεφάλι τους. Κοιτούσαμε εκστασιασμένοι έξω από το παράθυρο του λεωφορείου, προσπαθώντας να αποτυπώσουμε μέσα μας όλη την ομορφιά αυτής της στιγμής!


Στην τελευταία στροφή του δρόμου φάνηκε επιτέλους στον ορίζοντα η λίμνη Ταγκανίκα, πράγμα που σήμαινε ότι δεν θα αργούσαμε να φτάσουμε στην πόλη της Μπουτζουμπούρα που απλώνεται στις όχθες της λίμνης.
Η Μπουτζουμπούρα μοιάζει σα να έχει παγώσει στο χρόνο εξαιτίας του πολέμου, με τα τελευταία δείγματα ανάπτυξης να μένουν πίσω στη δεκαετία του ’80. Έτσι, η πόλη-πρωτεύουσα, με τις φαρδιές λεωφόρους της, τα παλιά κτίρια και τις πλατείες της, όλα βαμμένα στα εθνικά χρώματα (άσπρο, πράσινο, κόκκινο) θυμίζει έντονα το αποικιακό της παρελθόν.


Ο Olivier Kamberis, μισός από το Μπουρούντι και μισός Έλληνας, ξεκινά να δραστηριοποιείται σαν τουριστικός πράκτορας στον τόπο του. Ήταν τόσο καλός που θυσίασε τον ελεύθερό του χρόνο για να μας ξεναγήσει στη γύρω περιοχή! O Olivier έχει μεγάλη αγάπη για τη φύση και προσπαθεί να διαφυλάξει τις ομορφιές της χώρας του που, όπως μας έλεγε, έχουν πληγεί σε μεγάλο βαθμό από τον πόλεμο.


Συζητήσαμε τις ανησυχίες του για το παρθένο δάσος καθώς πηγαίναμε να συναντήσουμε την φυλή Twa (γνωστοί και ως Πυγμαίοι) που ζουν απομονωμένοι έξω από την πόλη. Ο τρόπος που μας υποδέχτηκαν και όλη μας η επίσκεψη στο χωριό τους ήταν τόσο μοναδική εμπειρία που αφιερώσαμε ένα ξεχωριστό αρθρο σε αυτήν!

Και ναι, σωστά μαντέψατε – ο Ελληνισμός κι εδώ καλά κρατεί, γεγονός που συνειδητοποιήσαμε όταν επισκεφτήκαμε την Ορθόδοξη Εκκλησία για να γιορτάσουμε τον Δεκαπενταύγουστο, μέρα που στο Μπουρούντι έχει οριστεί ως επίσημη αργία!


Αυτό που μας εξέπληξε ευχάριστα ήταν ότι, εκτός από τους Έλληνες (συμπεριλαμβανομένου και του Επίτιμου Πρόξενου Γιώργου Κουκούλη που μας προσέφερε απλόχερα την φιλοξενία του) ήταν εκεί και πολλοί ντόπιοι οι οποίοι, έχοντας ζήσει πολλά χρόνια στην Ελλάδα, μιλούν άπταιστα ελληνικά και με υπερηφάνια νιώθουν σαν Έλληνες!


Το κερασάκι στην τούρτα ήταν η γνωριμία μας με μια παρέα Έλληνες - την Ειρήνη, τον Ευθύμη, την Μαρία-Λουίζα και τον Μιχάλη – που ήρθαν στην Αφρική για να συμμετέχουν σε πρόγραμμα εθελοντισμού. Η Ειρήνη, τα τελευταία 8 χρόνια, οργανώνει κατασκηνώσεις για ντόπια παιδιά στην Αφρική, και όλοι είχαν έρθει για να προσφέρουν εθελοντική εργασία.


Μαζί περάσαμε μια αξέχαστη μέρα, καθώς είχαμε την τύχη να παίξει για εμάς μια απίστευτα ταλαντούχα ομάδα τυμπανιστών!
Οι Les Tabourinaires du Burundi, όπως ονομάζονται, αποτελούν την εθνική υπερηφάνεια της χώρας. Δεν ξαναείδαμε ποτέ τέτοια παράσταση, με το χορό και το τραγούδι να συνδυάζονται με τόση ένταση, και τα τύμπανα να δίνουν έναν ρυθμό που σε γυρνούσε πίσω στα πιο αρχέγονα ένστικτά σου! Εννοείται ότι μαγνητοσκοπήσαμε την όλη παράσταση για το AfriQuest ντοκιμαντέρ μας! Απλά εκπληκτικό!


Στο τέλος της παράστασης όλοι μπήκαν στο χορό. Οι ιερείς χτυπούσαν τα τύμπανα και χόρευαν μαζί με τους ημίγυμνους χορευτές, ενώ οι υπόλοιποι είχαμε ξεκαρδιστεί στα γέλια!
Αφού τραβήξαμε αμέτρητες φωτογραφίες καταλήξαμε, ως κλασσικοί Έλληνες, για καφέ, σφραγίζοντας μια από τις εμπειρίες μας στην Αφρική που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ!


Για περισσότερες φωτογραφίες από το Μπουρούντι πατήστε εδώ

Σαφάρι στον Κρατήρα του Νγκορονγκόρο



Αποχαιρετώντας την ακτή και τον Ινδικό Ωκεανό, ήρθε η ώρα να εξερευνήσουμε τις ατέλειωτες πεδιάδες της Βόρειας Τανζανίας. Επόμενη στάση; Η πρωτεύουσα του Σαφάρι, η Αρούσα.



Χρειάστηκαν περίπου 10 ώρες για να καλύψουμε τα 650 χλμ από το Νταρ μέχρι την Αρούσα, σε μια από τις πιο άνετες μετακινήσεις μας με λεωφορείο. Και θα ήταν ακόμα πιο απολαυστική αν δεν υπήρχαν στα λεωφορεία όλοι αυτοί που έρχονται και σου μιλάνε για τον Θεό για πάνω από μια ώρα, και μάλιστα την στιγμή που το μόνο που θες είναι να κοιμηθείς!





Η καταπράσινη φύση, γεμάτη μπανανιές και κοκοφοίνικες, σταδιακά έδωσε την θέση της σε πιο ορεινά και άγονα τοπία, με αχανείς εκτάσεις να απλώνονται ανάμεσα στα χωριά των Μασάι καλυμμένες από τα χαρακτηριστικά ψηλά λουλούδια της αλόης. Στον ορίζοντα διαγράφονταν τα βουνά της Κοιλάδας Ριφτ, δίνοντάς μας την αίσθηση μιας αρχέγονης γης, και, καθώς φτάναμε στην πόλη Μόσι, δεν μπορούσαμε να περιμένουμε την στιγμή που θα αντικρύζαμε την ψηλή κορφή του Κιλιμάντζαρο.


Από άποψη καιρού ήμασταν λιγάκι άτυχοι γιατί η ομίχλη δεν μας έδωσε τη δυνατότητα να δούμε και πολλά από το βουνό, ωστόσο μετά από λίγο φτάσαμε στην πολυσύχναστη Αρούσα.
Ο Thomas, από το Active Tanzania, μαζί με την αξιαγάπητη Ελληνίδα σύντροφό του, την Μαίρη Κουρκουμέλη, είχαν ήδη έρθει σε επικοινωνία μαζί μας προσκαλώντας μας να μείνουμε στο σπίτι τους. Επιπλέον, φρόντισαν να ζήσουμε μοναδικές εμπειρίες ακόμα και με έναν τόσο περιορισμένο προϋπολογισμό όσο ο δικός μας. Ενδεικτικά, να αναφέρουμε ότι η χρέωση για την είσοδο στο Πάρκο του Νγκορονγκόρο είναι 50 δολάρια το άτομο συν 200 δολάρια ανά όχημα για όσους θέλουν να επισκεφτούν τον κρατήρα!!!!



Ευτυχώς όμως ήμασταν απίστευτα τυχεροί.. όχι μόνο γιατί οι οικοδεσπότες έκλεισαν για εμάς το φθηνότερο πακέτο της αγοράς, αλλά και γιατί μας δώσανε τη δυνατότητα να κατασκηνώσουμε για ένα βράδυ μέσα στο Πάρκο του Νγκορονγκόρο!



Ο Κρατήρας του Νγκορονγκόρο είναι μια βαθιά ηφαιστειακή καλδέρα, για την ακρίβεια η βαθύτερη στον κόσμο με 600 μέτρα βάθος και 20 μέτρα μήκος. Γνωστός και ως «η Εδέμ της Αφρικής», ο κρατήρας σαν τοπίο και σαν οικοσύστημα σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό!



Ζώντας μια μοναδική εμπειρία, κοιμηθήκαμε ξεπαγιάζοντας δίπλα σε ζέβρες που βοσκούσαν τη νύχτα έξω από την σκηνή μας! Στον καταυλισμό υπήρχαν μόνο δύο κτίρια, ένα για τους μάγειρες και ένα που λειτουργούσε σαν τραπεζαρία, ωστόσο όλοι ξέραμε ότι στο πρώτο είχε την περισσότερη πλάκα!



Το πρωί, αφού απολαύσαμε ένα καλό πρωινό, μαζέψαμε τα πράγματά μας και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε προς την βάση του κρατήρα! Στο χείλος του κρατήρα υπάρχει πυκνό τροπικό δάσος που δημιουργεί απίστευτη ομίχλη αυτή την εποχή του χρόνου. Παρότι η θέα από την κορυφή δεν ήταν και πολύ καθαρή, ωστόσο η όλη ατμόσφαιρα ήταν ιδιαίτερα μυστικιστική! Ανά διαστήματα περνούσαμε από χωριά των Μασάι μέχρι που φτάσαμε σε μια απότομη κατηφόρα.



Μέσα στον κρατήρα ζουν ελεύθερα περίπου 25.000 μεγάλα θηλαστικά, συμπεριλαμβανομένων και 26 μαύρων ρινόκερων. Τα περισσότερα από αυτά δεν μεταναστεύουν ποτέ, πράγμα που σημαίνει πως το θέαμα θηρευτή-θηράματος είναι εγγυημένο καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Ζέβρες και γκνου βοσκούσαν παρέα ενώ οι ύαινες είχαν βγει στη γύρα για να βρουν υπολείμματα από κάποιο ολονύχτιο φαγοπότι. Στρουθοκάμηλοι, πολύχρωμοι γερανοί με λοφίο και φλαμίνγκος τσιμπολογούσαν κοντά στη λιμνούλα που βρίσκεται στο κέντρο του κρατήρα.



Όλοι κυριολεκτικά κρεμόντουσαν από τα οχήματα για να εξασφαλίσουν την καλύτερη λήψη από την Βασίλισσα του ζωικού βασιλείου και τα μικρά της, που ωστόσο χαλάρωναν χωρίς να δείχνουν το παραμικρό ενδιαφέρον.



Εντοπίσαμε κι έναν μικρό βάλτο, που ήταν πραγματικά πολύ μικρός για να χωρέσει όλους αυτούς τους ιπποπόταμους!




Το καλύτερο σημείο ήταν ο νερόλακκος που σταματήσαμε για να κάνουμε πικ-νικ. Δεν είναι εύκολο να περιγράψεις την ομορφιά του τοπίου, με το χρυσαφένιο γρασίδι και τους φοίνικες με φόντο το χείλος του κρατήρα!



Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι το να βρίσκεσαι σε ένα μέρος τόσο παραδεισένιο ήταν ένα παιδικό όνειρο που έγινε πραγματικότητα!





Για περισσότερες φωτογραφίες από την Τανζανία πατήστε εδώ


Το σκλαβοπάζαρο της Ζανζιβάρης


Ένα από τα μέρη που πρέπει οπωσδήποτε να δείτε κατά την επίσκεψη σας στη Ζανζιβάρη, είναι η παλιά αγορά Σκλάβων, μάρτυρα της τραγικής ιστορίας του τόπου, που έχει όμως ενδιαφέρον, παρόλο που δεν έχει κάτι ιδιαίτερο παρά μόνο μια Αγγλικανική Εκκλησία στον τόπο όπου γίνονταν οι αγοραπωλησίες σκλάβων.


Ήμασταν πολύ τυχεροί που είχαμε τον Amir να μας εξηγεί την ιστορία των σκλάβων στο νησί, ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα το οποίο σίγουρα θα συμπεριλάβουμε στο ντοκιμαντέρ μας..

Τα σκλαβοπάζαρα πρωτοξεκίνησαν στη Ζανζιβάρη κατά τον 15ο αιώνα από τους Πορτογάλους. Οι Άραβες πήραν τη σκυτάλη 2 αιώνες μετά έως και το 1873 όποτε η αγορά έκλεισε από τους Άγγλους. Οι σκλάβοι προέρχονταν κυρίως από την Ανατολική και Κεντρική Αφρική, χώρες όπως η Κένυα, η Ουγκάντα, το Μαλάουι, το Κόνγκο, η Ταγκανίκα, η Ζιμπάμπουε και η Ζάμπια. Μετά την πώληση τους συνήθως τους μετέφεραν σε Αραβικές χώρες, στις Ινδίες, στην Περσία, το Ομάν, κλπ.


Ένα μικρό ποσοστό των σκλάβων που υπήρχαν στο νησί, απασχολιόντουσαν σε φυτείες με μπαχαρικά. Αυτοί συνήθως ήταν από Δυτική Αφρική και μετά την πώληση τους, τους στέλνανε στην Αμερική, Καραιβική, Βραζιλία και Ευρώπη.


Οι σκλάβοι συνήθως προερχόντουσαν είτε από τους Άραβες που κατακτούσαν τα χωριά (μαζί και τους ανθρώπους), είτε από Αφρικανούς αρχηγούς στα χωριά οι οποίοι πρόδιδαν τους συντρόφους τους και τους πουλούσαν σαν σκλάβους στους Άραβες. Οι πολεμιστές που έχαναν στις μάχες μεταξύ των διαφόρων φυλών, πουλιόντουσαν και αυτοί στους Άραβες.


Ήταν 6 Ιουνίου του 1873 όταν ο Σουλτάνος της Ζανζιβάρης Barghash, μετά από προτροπές του εξερευνητή Λίβινγκστοουν που αντιστάθηκε σθεναρά κατά της δουλείας, συμφώνησε να σταματήσει αυτό το βάρβαρο εμπόριο. Ιεραποστολές από την Αγγλία αγόρασαν το χώρο και έχτισαν έναν τεράστιο Αγγλικανικό ναό. Γιατί οι Άγγλοι αποφάσισαν να κτίσουν το ναό ακριβώς στο ίδιο σημείο όπου ήταν το σκλαβοπάζαρο; Για να διώξουν το κακό και να φέρουν το καλό, όπως μας εκμυστηρεύτηκε ο Amir. 


Τα δωμάτια στα οποία κρατούνταν οι σκλάβοι φυλακισμένοι 2 με 3 μέρες μέχρι να βγουν στο παζάρι βρισκόντουσαν κάτω από μια καλύβα με μία τρύπα στο πάτωμα σαν είσοδο. Σήμερα μόνο 2 από τα 15 αυτά δωμάτια έμειναν ανέπαφα. Ένα μικρό για τους άντρες και το δεύτερο, λίγο μεγαλύτερο, για τα γυναικόπαιδα. 

Το μεγάλο χώραγε μέχρι 75 γυναίκες, ενώ το μικρότερο 50 άντρες, κι όλα αυτά σε ζωτικό χώρο μικρότερο των 10 τετραγωνικών για το μικρό δωμάτιο. Τα δωμάτια μπορεί σήμερα να έχουν 3 μικρές σχισμές για παράθυρα, όμως τότε είχαν μόνο ένα με διαστάσεις 60 εκατοστά ύψος επί 10 πλάτος!


Σαν να μην ήταν αρκετές αυτές οι συνθήκες, το φαγητό, το νερό και η υγιεινή ήταν εξίσου περιορισμένα σκόπιμα έτσι ώστε να επιζήσουν μόνο οι πιο δυνατοί οι οποίοι και θα αποτελούσαν καλούς σκλάβους. Στο μέσο των δωματίων υπάρχει χαντάκι που χρησιμοποιούνταν ως τουαλέτα και το οποίο πλημμύριζε μέχρι και ως 30 εκατοστά από το δάπεδο με τον ερχομό της παλίρροιας και που ενωνόταν με τη θάλασσα. 

Με τον τρόπο αυτό οι ακαθαρσίες παρασύρονταν στη θάλασσα. Δυστυχώς κάποιες φορές το επίπεδο της θάλασσας δεν ήταν αρκετά ψηλό ώστε να τα παρασύρει και έτσι έμεναν μέσα ώς και 3 μέρες! Αυτό σήμαινε βέβαιη ασφυξία για πολλούς και κυρίως για τα παιδιά. Επίσης η δραπέτευση από εκεί ήταν αδύνατη λόγω της σύνδεσης με την θάλασσα. 


‘Έτσι, για αυτούς που δεν τα κατάφερναν να επιζήσουν των άθλιων συνθηκών των δωματίων  και πέθαιναν, απλώς αντικαθιστόντουσαν εύκολα από τους Άραβες που συνέχεια τροφοδοτούσαν το σκλαβοπάζαρο με καινούργιους.

Γενικά, η επιλογή των σκλάβων γινόταν με την εξής διαδικασία: οι σκλάβοι δένονταν σε ένα δέντρο (στου οποίου τη θέση βρίσκεται τώρα το ιερό της εκκλησίας) και μαστιγώνονταν από τα αφεντικά. Εάν φώναζαν ή έκλαιγαν τότε πουλιόντουσαν σε μικρότερη τιμή. Οι «καλοί» σκλάβοι  αντιθέτως βρισκόντουσαν σε ικανοποιητική κατάσταση μετά τον 3ήμερο εγκλεισμό στα δωμάτια και δεν φώναζαν ή ούρλιαζαν με το μαστίγωμα. 

Αυτοί θα πουλιόντουσαν πιο ακριβά γιατί θεωρητικά θα ήταν ικανοί να δουλέψουν πιο σκληρά. Εάν αγόραζε κανείς 5 καλούς σκλάβους τότε του έδιναν τσάμπα και 2 παιδιά. Αν κρίνονταν ως όχι αρκετά δυνατοί, τότε τους έστειλαν πίσω στα δωμάτια όπου περίμεναν την επόμενη αγοραπωλησία. Αναφορικά μέσα στην εβδομάδα γινόντουσαν 2 αγοραπωλησίες.


Τα εύσημα για την κατάργηση της νόμιμης εμπορίας σκλάβων στο μέρος αυτό του κόσμου ανήκουν βέβαια στον Δόκτωρ Λίβινγκστόουν, ο οποίος μάλιστα δεν αξιώθηκε να δει τα αποτελέσματα της μάχης του, καθώς πέθανε από ελονοσία. Ένας μικρός σταυρός, αριστερά από τον βωμό, φτιαγμένος από το ξύλο του δέντρου κάτω από το οποίο πέθανε ο διάσημος εξερευνητής, στέκει για να θυμίζει έναν άνθρωπο που εξακολουθούν να τιμούν σαν ήρωα όλοι οι μαύροι.

Σήμερα δυστυχώς, η εμπορία ανθρώπων στον πλανήτη μας συνεχίζει υπό πιο απειλητικές καταστάσεις και αφορά κυρίως γυναίκες και παιδιά τα οποία αδυνατούν να ξεφύγουν από τη μοίρα τους. 




Για περισσότερες φωτογραφίες από την Τανζανία πατήστε εδώ